Ανησυχία προκαλεί η νέα έκθεση της RAND Corporation, η οποία αποκαλύπτει σχέδια ενίσχυσης της αμερικανικής στρατιωτικής επιρροής στη Λατινική Αμερική απέναντι σε Ρωσία, Κίνα και BRICS, με αναλυτές να προειδοποιούν για νέα εποχή γεωπολιτικών συγκρούσεων και αποσταθεροποίησης
Έντονες αντιδράσεις σε γεωπολιτικούς κύκλους προκαλεί η νέα μελέτη της RAND Corporation με τίτλο «Force Multipliers in the Americas», καθώς αποτυπώνει με σαφήνεια τη νέα στρατηγική σκέψη της Ουάσιγκτον για τη Λατινική Αμερική και το Δυτικό Ημισφαίριο.
Η RAND, ένας από τους σημαντικότερους οργανισμούς στρατηγικών μελετών των Ηνωμένων Πολιτειών, που συνεργάζεται επί δεκαετίες με το Πεντάγωνο, τις υπηρεσίες πληροφοριών και το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, δημοσίευσε τον Μάιο του 2026 ένα πολυσέλιδο κείμενο που ουσιαστικά χαρτογραφεί τους τρόπους με τους οποίους οι ΗΠΑ μπορούν να επανακτήσουν πλήρη στρατηγικό έλεγχο στη Λατινική Αμερική.
Το περιεχόμενο της έκθεσης αποκαλύπτει ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον τη Λατινική Αμερική όχι απλώς περιοχή επιρροής, αλλά κεντρικό πεδίο γεωπολιτικής σύγκρουσης με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν.
Η έκθεση παρουσιάζει τα τρία αυτά κράτη ως «αντίπαλες δυνάμεις» που επιχειρούν να αμφισβητήσουν την αμερικανική κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο και προτείνει σειρά στρατιωτικών, οικονομικών, πολιτικών και πληροφοριακών μέτρων για την αναχαίτισή τους.
Η Λατινική Αμερική μετατρέπεται ξανά σε πεδίο αντιπαράθεσης υπερδυνάμεων
Σύμφωνα με τη RAND, η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2025 θεωρεί τη Λατινική Αμερική μία από τις σημαντικότερες περιοχές παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι τα τελευταία χρόνια έχει χάσει σημαντικό έδαφος στην περιοχή, καθώς χώρες όπως η Βραζιλία, η Βενεζουέλα, η Κούβα και η Νικαράγουα ενισχύουν ολοένα περισσότερο τις σχέσεις τους με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η αυξανόμενη οικονομική επιρροή του Πεκίνου, οι ενεργειακές συνεργασίες με τη Μόσχα, αλλά και η ανάπτυξη εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών εκτός δολαρίου προκαλούν σοβαρό εκνευρισμό στο αμερικανικό κατεστημένο.
Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν να διαμορφώνεται στη «γειτονιά» τους ένα πολυπολικό γεωπολιτικό περιβάλλον που δεν μπορούν πλέον να ελέγξουν απόλυτα.

Η RAND ζητά πιο επιθετική στρατηγική
Η μελέτη εισηγείται ουσιαστικά μια νέα μορφή υβριδικής επέμβασης στη Λατινική Αμερική.
Οι αναλυτές της RAND θεωρούν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες των στρατιωτικών και πληροφοριακών μηχανισμών τους μέσω των λεγόμενων Security Force Assistance (SFA).
Επισήμως, τα προγράμματα αυτά παρουσιάζονται ως εργαλεία «ασφάλειας» και «αντιμετώπισης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος».
Στην πράξη όμως, η έκθεση προτείνει:
1. ενίσχυση αμερικανικών στρατιωτικών παρουσιών,
2. διείσδυση σε κρατικούς μηχανισμούς χωρών της περιοχής,
3. δημιουργία εξαρτημένων δικτύων ασφαλείας,
4. αξιοποίηση τοπικών ενόπλων δομών,
5. ενίσχυση πολιτικών δυνάμεων φιλικών προς τις ΗΠΑ,
6. και αυξημένες επιχειρήσεις πληροφοριακού πολέμου.
Η RAND σημειώνει ότι όλα αυτά μπορούν να γίνουν με «σχετικά χαμηλό οικονομικό κόστος», γεγονός που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για την Ουάσιγκτον εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας.
Ρωσία και Κίνα παρουσιάζονται ως «στρατηγικές απειλές»
Η Ρωσία αναφέρεται 74 φορές στην έκθεση και η Κίνα 115 φορές, γεγονός που αποκαλύπτει ποιες θεωρούνται οι πραγματικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Οι συντάκτες του κειμένου υποστηρίζουν ότι η Μόσχα επιδιώκει να δημιουργήσει αντιδυτικό μέτωπο στη Λατινική Αμερική μέσω πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών σχέσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Κούβα, στη Νικαράγουα, στη Βενεζουέλα, και στη Βραζιλία.
Ωστόσο, ακόμη και μέσα στην ίδια την έκθεση αναγνωρίζεται εμμέσως ότι οι ρωσικές επενδύσεις στην περιοχή είναι εξαιρετικά περιορισμένες σε σύγκριση με τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά κεφάλαια.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η επίκληση της «ρωσικής απειλής» χρησιμοποιείται κυρίως ως πολιτικό εργαλείο ώστε να δικαιολογηθούν νέες αμερικανικές παρεμβάσεις.

Η Κίνα είναι ο πραγματικός φόβος της Ουάσιγκτον
Παρότι η Ρωσία προβάλλεται συστηματικά ως γεωπολιτικός αντίπαλος, η έκθεση δείχνει ότι ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η Κίνα.
Το Πεκίνο έχει αποκτήσει τεράστια οικονομική επιρροή στη Λατινική Αμερική μέσω επενδύσεων σε υποδομές, ενεργειακών έργων, εξορύξεων, τηλεπικοινωνιών, logistics, και εμπορικών συμφωνιών.
Η RAND υποστηρίζει ότι η Κίνα χρησιμοποιεί «οικονομική πίεση» και οικονομική εξάρτηση ως εργαλείο πολιτικής επιρροής.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η έκθεση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και στρατιωτικής αντιμετώπισης τέτοιων εξελίξεων στο μέλλον!
Η αποδολαριοποίηση προκαλεί πανικό στις ΗΠΑ
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη στρατηγική αποδολαριοποίησης που ακολουθούν πολλές χώρες των BRICS.
Η δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών και η ενίσχυση της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας των BRICS θεωρούνται από την Ουάσιγκτον άμεση απειλή για την κυριαρχία του δολαρίου.
Η RAND ουσιαστικά προειδοποιεί ότι η απώλεια του ελέγχου των διεθνών πληρωμών θα αποδυναμώσει σοβαρά την παγκόσμια ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Donald Trump έχει ήδη απειλήσει αρκετές χώρες με δασμούς και οικονομικές κυρώσεις αν εγκαταλείψουν το δολάριο στις διεθνείς συναλλαγές.
Ωστόσο, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ δυσκολεύονται πλέον να επιβάλουν απόλυτα τη θέλησή τους.
Το παράδειγμα της Βραζιλίας έδειξε ότι η αμερικανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κρίσιμες εισαγωγές προϊόντων και πρώτων υλών από τη Λατινική Αμερική.

Το Πεντάγωνο εξετάζει νέες μορφές στρατιωτικής παρουσίας
Ένα από τα πιο σοβαρά σημεία της έκθεσης είναι η ανοιχτή αναφορά στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων και ειδικών επιχειρήσεων.
Η RAND προτείνει την αξιοποίηση της Ομάδας Ασφάλειας του Στρατού, των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων, του Προγράμματος Συνεργασίας με τις Πολιτείες της Εθνοφρουράς, αλλά και άλλων δομών στρατιωτικής συνεργασίας.
Επισήμως, ο στόχος είναι η «καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος».
Στην πραγματικότητα όμως, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η έκθεση νομιμοποιεί θεωρητικά πιθανές μελλοντικές αμερικανικές επιχειρήσεις σε χώρες που απομακρύνονται από τη δυτική σφαίρα επιρροής.
Η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής δείχνει το αντίθετο
Η RAND επιχειρεί να παρουσιάσει τις αμερικανικές παρεμβάσεις ως παράγοντα «σταθερότητας».
Ωστόσο, τα παραδείγματα της Κολομβίας, του Μεξικού και του Ισημερινού δείχνουν ότι οι αμερικανικές «στρατηγικές ασφάλειας» δεν κατάφεραν να μειώσουν ούτε τη βία ούτε το οργανωμένο έγκλημα.
Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις οι τοπικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν πιο ανεξάρτητες πολιτικές πέτυχαν καλύτερα αποτελέσματα.
Η περίοδος Rafael Correa στον Ισημερινό και οι διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κούβας στις ειρηνευτικές συνομιλίες της Κολομβίας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Νέα εποχή γεωπολιτικής έντασης
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τη μελέτη της RAND είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για μακροχρόνια γεωπολιτική σύγκρουση στη Λατινική Αμερική.
Η συνεχής χρήση όρων όπως «αντίπαλες δυνάμεις», «υβριδικές απειλές», «στρατηγική επιρροή», «ανάγκη παρέμβασης», δείχνει ότι η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον την περιοχή ως κεντρικό μέτωπο στον νέο παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Αν και η RAND έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, οι μελέτες της επηρεάζουν διαχρονικά τη στρατηγική σκέψη του αμερικανικού κατεστημένου και συχνά μετατρέπονται σε πραγματικές πολιτικές αποφάσεις.
Για πολλούς αναλυτές, το έγγραφο αυτό αποτελεί ξεκάθαρη προειδοποίηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν τη μάχη για τον έλεγχο της Λατινικής Αμερικής - ακόμη κι αν αυτό οδηγήσει σε νέες συγκρούσεις και βαθύτερη παγκόσμια αστάθεια!
www.bankingnews.gr
Η RAND, ένας από τους σημαντικότερους οργανισμούς στρατηγικών μελετών των Ηνωμένων Πολιτειών, που συνεργάζεται επί δεκαετίες με το Πεντάγωνο, τις υπηρεσίες πληροφοριών και το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο, δημοσίευσε τον Μάιο του 2026 ένα πολυσέλιδο κείμενο που ουσιαστικά χαρτογραφεί τους τρόπους με τους οποίους οι ΗΠΑ μπορούν να επανακτήσουν πλήρη στρατηγικό έλεγχο στη Λατινική Αμερική.
Το περιεχόμενο της έκθεσης αποκαλύπτει ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί πλέον τη Λατινική Αμερική όχι απλώς περιοχή επιρροής, αλλά κεντρικό πεδίο γεωπολιτικής σύγκρουσης με τη Ρωσία, την Κίνα και το Ιράν.
Η έκθεση παρουσιάζει τα τρία αυτά κράτη ως «αντίπαλες δυνάμεις» που επιχειρούν να αμφισβητήσουν την αμερικανική κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο και προτείνει σειρά στρατιωτικών, οικονομικών, πολιτικών και πληροφοριακών μέτρων για την αναχαίτισή τους.
Η Λατινική Αμερική μετατρέπεται ξανά σε πεδίο αντιπαράθεσης υπερδυνάμεων
Σύμφωνα με τη RAND, η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών για το 2025 θεωρεί τη Λατινική Αμερική μία από τις σημαντικότερες περιοχές παγκόσμιου ανταγωνισμού.
Η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι τα τελευταία χρόνια έχει χάσει σημαντικό έδαφος στην περιοχή, καθώς χώρες όπως η Βραζιλία, η Βενεζουέλα, η Κούβα και η Νικαράγουα ενισχύουν ολοένα περισσότερο τις σχέσεις τους με τη Ρωσία και την Κίνα.
Η αυξανόμενη οικονομική επιρροή του Πεκίνου, οι ενεργειακές συνεργασίες με τη Μόσχα, αλλά και η ανάπτυξη εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών εκτός δολαρίου προκαλούν σοβαρό εκνευρισμό στο αμερικανικό κατεστημένο.
Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν να διαμορφώνεται στη «γειτονιά» τους ένα πολυπολικό γεωπολιτικό περιβάλλον που δεν μπορούν πλέον να ελέγξουν απόλυτα.
Η RAND ζητά πιο επιθετική στρατηγική
Η μελέτη εισηγείται ουσιαστικά μια νέα μορφή υβριδικής επέμβασης στη Λατινική Αμερική.
Οι αναλυτές της RAND θεωρούν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες των στρατιωτικών και πληροφοριακών μηχανισμών τους μέσω των λεγόμενων Security Force Assistance (SFA).
Επισήμως, τα προγράμματα αυτά παρουσιάζονται ως εργαλεία «ασφάλειας» και «αντιμετώπισης της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος».
Στην πράξη όμως, η έκθεση προτείνει:
1. ενίσχυση αμερικανικών στρατιωτικών παρουσιών,
2. διείσδυση σε κρατικούς μηχανισμούς χωρών της περιοχής,
3. δημιουργία εξαρτημένων δικτύων ασφαλείας,
4. αξιοποίηση τοπικών ενόπλων δομών,
5. ενίσχυση πολιτικών δυνάμεων φιλικών προς τις ΗΠΑ,
6. και αυξημένες επιχειρήσεις πληροφοριακού πολέμου.
Η RAND σημειώνει ότι όλα αυτά μπορούν να γίνουν με «σχετικά χαμηλό οικονομικό κόστος», γεγονός που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό για την Ουάσιγκτον εν μέσω παγκόσμιας οικονομικής αβεβαιότητας.
Ρωσία και Κίνα παρουσιάζονται ως «στρατηγικές απειλές»
Η Ρωσία αναφέρεται 74 φορές στην έκθεση και η Κίνα 115 φορές, γεγονός που αποκαλύπτει ποιες θεωρούνται οι πραγματικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Οι συντάκτες του κειμένου υποστηρίζουν ότι η Μόσχα επιδιώκει να δημιουργήσει αντιδυτικό μέτωπο στη Λατινική Αμερική μέσω πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών σχέσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Κούβα, στη Νικαράγουα, στη Βενεζουέλα, και στη Βραζιλία.
Ωστόσο, ακόμη και μέσα στην ίδια την έκθεση αναγνωρίζεται εμμέσως ότι οι ρωσικές επενδύσεις στην περιοχή είναι εξαιρετικά περιορισμένες σε σύγκριση με τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά κεφάλαια.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η επίκληση της «ρωσικής απειλής» χρησιμοποιείται κυρίως ως πολιτικό εργαλείο ώστε να δικαιολογηθούν νέες αμερικανικές παρεμβάσεις.
Η Κίνα είναι ο πραγματικός φόβος της Ουάσιγκτον
Παρότι η Ρωσία προβάλλεται συστηματικά ως γεωπολιτικός αντίπαλος, η έκθεση δείχνει ότι ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος των Ηνωμένων Πολιτειών είναι η Κίνα.
Το Πεκίνο έχει αποκτήσει τεράστια οικονομική επιρροή στη Λατινική Αμερική μέσω επενδύσεων σε υποδομές, ενεργειακών έργων, εξορύξεων, τηλεπικοινωνιών, logistics, και εμπορικών συμφωνιών.
Η RAND υποστηρίζει ότι η Κίνα χρησιμοποιεί «οικονομική πίεση» και οικονομική εξάρτηση ως εργαλείο πολιτικής επιρροής.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η έκθεση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και στρατιωτικής αντιμετώπισης τέτοιων εξελίξεων στο μέλλον!
Η αποδολαριοποίηση προκαλεί πανικό στις ΗΠΑ
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στη στρατηγική αποδολαριοποίησης που ακολουθούν πολλές χώρες των BRICS.
Η δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών πληρωμών και η ενίσχυση της Νέας Αναπτυξιακής Τράπεζας των BRICS θεωρούνται από την Ουάσιγκτον άμεση απειλή για την κυριαρχία του δολαρίου.
Η RAND ουσιαστικά προειδοποιεί ότι η απώλεια του ελέγχου των διεθνών πληρωμών θα αποδυναμώσει σοβαρά την παγκόσμια ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Donald Trump έχει ήδη απειλήσει αρκετές χώρες με δασμούς και οικονομικές κυρώσεις αν εγκαταλείψουν το δολάριο στις διεθνείς συναλλαγές.
Ωστόσο, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι οι ΗΠΑ δυσκολεύονται πλέον να επιβάλουν απόλυτα τη θέλησή τους.
Το παράδειγμα της Βραζιλίας έδειξε ότι η αμερικανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κρίσιμες εισαγωγές προϊόντων και πρώτων υλών από τη Λατινική Αμερική.
Το Πεντάγωνο εξετάζει νέες μορφές στρατιωτικής παρουσίας
Ένα από τα πιο σοβαρά σημεία της έκθεσης είναι η ανοιχτή αναφορά στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων και ειδικών επιχειρήσεων.
Η RAND προτείνει την αξιοποίηση της Ομάδας Ασφάλειας του Στρατού, των αμερικανικών Ειδικών Δυνάμεων, του Προγράμματος Συνεργασίας με τις Πολιτείες της Εθνοφρουράς, αλλά και άλλων δομών στρατιωτικής συνεργασίας.
Επισήμως, ο στόχος είναι η «καταπολέμηση της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος».
Στην πραγματικότητα όμως, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η έκθεση νομιμοποιεί θεωρητικά πιθανές μελλοντικές αμερικανικές επιχειρήσεις σε χώρες που απομακρύνονται από τη δυτική σφαίρα επιρροής.
Η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής δείχνει το αντίθετο
Η RAND επιχειρεί να παρουσιάσει τις αμερικανικές παρεμβάσεις ως παράγοντα «σταθερότητας».
Ωστόσο, τα παραδείγματα της Κολομβίας, του Μεξικού και του Ισημερινού δείχνουν ότι οι αμερικανικές «στρατηγικές ασφάλειας» δεν κατάφεραν να μειώσουν ούτε τη βία ούτε το οργανωμένο έγκλημα.
Αντίθετα, σε αρκετές περιπτώσεις οι τοπικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν πιο ανεξάρτητες πολιτικές πέτυχαν καλύτερα αποτελέσματα.
Η περίοδος Rafael Correa στον Ισημερινό και οι διαμεσολαβητικές προσπάθειες της Κούβας στις ειρηνευτικές συνομιλίες της Κολομβίας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Νέα εποχή γεωπολιτικής έντασης
Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τη μελέτη της RAND είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για μακροχρόνια γεωπολιτική σύγκρουση στη Λατινική Αμερική.
Η συνεχής χρήση όρων όπως «αντίπαλες δυνάμεις», «υβριδικές απειλές», «στρατηγική επιρροή», «ανάγκη παρέμβασης», δείχνει ότι η Ουάσιγκτον βλέπει πλέον την περιοχή ως κεντρικό μέτωπο στον νέο παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Αν και η RAND έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα, οι μελέτες της επηρεάζουν διαχρονικά τη στρατηγική σκέψη του αμερικανικού κατεστημένου και συχνά μετατρέπονται σε πραγματικές πολιτικές αποφάσεις.
Για πολλούς αναλυτές, το έγγραφο αυτό αποτελεί ξεκάθαρη προειδοποίηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν τη μάχη για τον έλεγχο της Λατινικής Αμερικής - ακόμη κι αν αυτό οδηγήσει σε νέες συγκρούσεις και βαθύτερη παγκόσμια αστάθεια!
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών